τσαπί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσαπί τσαπιά
γενική τσαπιού τσαπιών
αιτιατική τσαπί τσαπιά
κλητική τσαπί τσαπιά
Τσαπί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσαπί < μεσαιωνική ελληνική τσαπίον < τσάπα < ιταλική zappa < υστερολατινική sappa (τσάπα) < ηχομιμητική λέξη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʦa.ˈpi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσαπί ουδέτερο

  • σκαπτικό εργαλείο με μακρόστενο, κοφτερό, μεταλλικό εξάρτημα πεπλατυσμένο στα δύο άκρα και προσαρμοσμένο σε ξύλινο στέλεχος
    Kι ὁ Kουκουλιώτης βάνοντας φτυάρι καὶ τσαπὶ στὸν ὦμο ἐδιάταξε τὴ γυναίκα νὰ τὸν ἀκολουθήσει μαζὶ μὲ τὸ παιδί της. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, «Πίστομα», περ. Τέχνη, Αθήνα 1899· μετέπειτα στον τόμο Κορφιάτικες ἱστορίες)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]