τυτώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | τυτώ | ||
| γενική | της | τυτώς & τυτούς | ||
| αιτιατική | την | τυτώ | ||
| κλητική | τυτώ | |||
| Η γενική ενικού -ούς είναι λόγια, αρχαιόπρεπη. | ||||
| Κατηγορία όπως «ηχώ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τυτώ < ελληνιστική κοινή τυτώ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τυτώ θηλυκό
- (πτηνό) νυκτόβιο αρπακτικό πτηνό (είδος Tyto alba / λευκή τυτώ) με χαρακτηριστικό ολόλευκο πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς και αθόρυβες πτήσεις, που συνδέεται λαογραφικά με οιωνούς
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
τυτώ στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τυτώ
|
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | τυτώ | ||||||
| γενική | τῆς | τυτοῦς | ||||||
| δοτική | τῇ | τυτοῖ | ||||||
| αιτιατική | τὴν | τυτώ | ||||||
| κλητική ὦ! | τυτοῖ | |||||||
| Ο πληθυντικός κατά τη β' κλίση: αἱ τυτοί, τῶν τυτῶν | ||||||||
| 3η κλίση, ομάδα 'ἠχώ', Κατηγορία 'ἠχώ' όπως «ἠχώ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τυτώ < (ηχομιμητική λέξη)
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]τυτώ θηλυκό
- (πτηνό κατά τον Ησύχιο), κουκουβάγια
Πηγές
[επεξεργασία]- τυτώ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Τ
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ηχώ' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Πτηνά (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'ἠχώ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ἠχώ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἠχώ' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης χωρίς πληθυντικό (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης θηλυκά χωρίς πληθυντικό (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά χωρίς πληθυντικό (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά οξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις οξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Ηχομιμητικές λέξεις (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (ελληνιστική κοινή)
- Πτηνά (ελληνιστική κοινή)
- Ζώα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησύχιο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)