υπερασπιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὑπερασπιστής

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπερασπιστής υπερασπιστές
γενική υπερασπιστή υπερασπιστών
αιτιατική υπερασπιστή υπερασπιστές
κλητική υπερασπιστή υπερασπιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερασπιστής < αρχαία ελληνική ὑπερασπιστής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπερασπιστής αρσενικό (θηλυκό: υπερασπίστρια)

  • αυτός που υπερασπίζεται κάτι ή κάποιον
    Ο γερμανικός οικονομικός εθνικισμός, μεταμφιεσμένος σε υπερασπιστή του ευρώ, ξύπνησε τους παλαιούς ευρωπαϊκούς δαίμονες. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]