υποκαταστάτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υποκαταστάτης υποκαταστάτες
γενική υποκαταστάτη υποκαταστατών
αιτιατική υποκαταστάτη υποκαταστάτες
κλητική υποκαταστάτη υποκαταστάτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. υποκαταστάτης < υπο- + καταστ- (καθιστώ) + -άτης < ελληνιστική κοινή ὑποκαταστάτης.
  2. υποκαταστάτης < Βιολογία: (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική substitute[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pɔ.ka.taˈsta.tis/

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

υποκαταστάτης

  1. αυτός που υποκαθιστά
  2. (βιολογία) (νεολογισμός) μόριο ή άλλου είδους στοιχείο που αντικαθιστά κάποιο άλλο σε σύμπλοκη χημική ένωση (Χρειάζεται έλεγχος ορισμού)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.