φαλκίδιον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαλκίδιον < Lex Falcidia, από το όνομα του εισηγητή του, P. Falcidius· ο νόμος όριζε ότι όποιος διαθέτει την περιουσία του με διαθήκη υποχρεούται να κληροδοτήσει τουλάχιστον το 1/4 αυτής στον νόμιμο κληρονόμο του· στα νέα ελληνικά η λέξη έδωσε τα φαλκιδεύω, φαλκίδευση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φαλκίδιον αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

  • (νομική) το ελάχιστο μέρος μιας περιουσίας που πρέπει υποχρεωτικά να παραμείνει στους κληρονόμους σύμφωνα με τον νόμο

Πηγές[επεξεργασία]