Μετάβαση στο περιεχόμενο

φασικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φασικός η φασική το φασικό
      γενική του φασικού της φασικής του φασικού
    αιτιατική τον φασικό τη φασική το φασικό
     κλητική φασικέ φασική φασικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φασικοί οι φασικές τα φασικά
      γενική των φασικών των φασικών των φασικών
    αιτιατική τους φασικούς τις φασικές τα φασικά
     κλητική φασικοί φασικές φασικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φασικός < φάση + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική phase / phasial)

Επίθετο

[επεξεργασία]

φασικός, -ή, -ό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη φάση

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]