φινετσάτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική φινετσάτος φινετσάτη φινετσάτο
γενική φινετσάτου φινετσάτης φινετσάτου
αιτιατική φινετσάτο φινετσάτη φινετσάτο
κλητική φινετσάτε φινετσάτη φινετσάτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φινετσάτοι φινετσάτες φινετσάτα
γενική φινετσάτων φινετσάτων φινετσάτων
αιτιατική φινετσάτους φινετσάτες φινετσάτα
κλητική φινετσάτοι φινετσάτες φινετσάτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φινετσάτος < φινέτσα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φινετσάτος

  1. ο κομψός, για άνθρωπο που έχει κομψό ντύσιμο αλλά και λεπτούς τρόπους, χαριτωμένος αλλά όχι λεπτεπίλεπτος, που διαχειρίζεται αποτελεσματικά αλλά επιδέξια και με λεπτότητα τις καταστάσεις
  2. για ντύσιμο που διακρίνεται από κομψότητα και λεπτό γούστο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]