φορμαλιστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φορμαλιστής φορμαλιστές
γενική φορμαλιστή φορμαλιστών
αιτιατική φορμαλιστή φορμαλιστές
κλητική φορμαλιστή φορμαλιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φορμαλιστής < γαλλική formalist

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φορμαλιστής αρσενικό και η φορμαλίστρια (θηλυκό)

  1. αυτός που συνειδητά ή ενστικτωδώς τάσσεται υπέρ του φορμαλισμού, υπέρ κυρίως των τύπων και της μορφής παρά της ουσίας σε διάφορους τομείς -τέχνης, θρησκείας κ.λπ.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]