φουαγιέ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φουαγιέ < γαλλική foyer < υστερολατινική focarius < λατινική focus

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fu.a.ˈʝɛ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φουαγιέ ουδέτερο άκλιτο

  1. ευρύχωρος χώρος, συνήθως σε θέατρο, κινηματογράφο ή άλλο μέρος κοινωνικών εκδηλώσεων (π.χ. μια έκθεση ή ένα σεμινάριο), ο οποίος εξυπηρετεί την υποδοχή των θεατών ή των επισκεπτών αλλά και την παραμονή τους σε περιόδους διαλειμμάτων, ώστε να είναι δυνατό να συζητήσουν, να πάρουν ένα ποτό και μέχρι την απαγόρευση του καπνίσματος, να καπνίσουν κ.λπ.
    Μόλις 60 λεπτά κράτησε η ξαφνική μπόρα τροπική θύελλα που έπληξε τις βορειοανατολικές περιοχές της Αθήνας, άλλα η πρωτοφανής ένταση του φαινομένου ήταν τόσο μεγάλη που οι χείμαρροι του νερού από τον Υμηττό εισέβαλαν ορμητικά στο θέατρο Badminton (που σημειωτέον το μεγαλύτερο μέρος των σκηνικών και ηλεκτρομηχανολογικών του εξοπλισμών αναπτύσσεται κάτω από το έδαφος) και προξένησαν ανυπολόγιστες ζημιές στο κάτω φουαγιέ, την πλατεία των θεατών, τη σκηνή, την αποθήκη της σκηνής, τον ηλεκτρολογικό και μηχανολογικό εξοπλισμό, τα πατώματα κλπ. (*)
  2. καπνιστήριο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]