θύελλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θύελλα οι θύελλες
      γενική της θύελλας των θυελλών
    αιτιατική τη θύελλα τις θύελλες
     κλητική θύελλα θύελλες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θύελλα < αρχαία ελληνική

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θύελλα θηλυκό

  1. μεγάλη καταιγίδα με δυνατό άνεμο και βροχή
     συνώνυμα: ανεμοστρόβιλος, σίφουνας, τυφώνας
  2. (μεταφορικά) μεγάλη αναστάτωση και αναταραχή
  3. (+ γενική) ορμητική εκδήλωση από κάτι
    θύελλα επευφημιών

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες : όποιος προκαλεί αναταραχές, υφίσταται χειρότερες συνέπειες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]