θυελλώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θυελλώδης θυελλώδης θυελλώδες
γενική θυελλώδους θυελλώδους θυελλώδους
αιτιατική θυελλώδη θυελλώδη θυελλώδες
κλητική θυελλώδη(ς) θυελλώδης θυελλώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θυελλώδεις θυελλώδεις θυελλώδη
γενική θυελλωδών θυελλωδών θυελλωδών
αιτιατική θυελλώδεις θυελλώδεις θυελλώδη
κλητική θυελλώδεις θυελλώδεις θυελλώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θυελλώδης < θύελλα + -ώδης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θυελλώδης

  1. Ο καιρός που έχει ανέμους και θύελλες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]