φυσιοκρατικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φυσιοκρατικός η φυσιοκρατική το φυσιοκρατικό
      γενική του φυσιοκρατικού της φυσιοκρατικής του φυσιοκρατικού
    αιτιατική τον φυσιοκρατικό τη φυσιοκρατική το φυσιοκρατικό
     κλητική φυσιοκρατικέ φυσιοκρατική φυσιοκρατικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φυσιοκρατικοί οι φυσιοκρατικές τα φυσιοκρατικά
      γενική των φυσιοκρατικών των φυσιοκρατικών των φυσιοκρατικών
    αιτιατική τους φυσιοκρατικούς τις φυσιοκρατικές τα φυσιοκρατικά
     κλητική φυσιοκρατικοί φυσιοκρατικές φυσιοκρατικά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυσιοκρατικός < φυσιοκρατία

Επίθετο[επεξεργασία]

φυσιοκρατικός, ή, ό

  1. σχετικός με τη φυσιοκρατία
    Στη διάλεξή του ανέλυσε τη φυσιοκρατική ερμηνεία της χρεωκοπίας
  2. οπαδός της φυσιοκρατίας
    Είναι φυσιοκρατικός στις αντιλήψεις του


Μεταφράσεις[επεξεργασία]