φυσιοκρατία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φυσιοκρατία οι φυσιοκρατίες
      γενική της φυσιοκρατίας των φυσιοκρατιών
    αιτιατική τη φυσιοκρατία τις φυσιοκρατίες
     κλητική φυσιοκρατία φυσιοκρατίες
Συνήθως στον ενικό.
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυσιοκρατία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική physiocratie, φύσιο- + -κρατία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυσιοκρατία θηλυκό

  1. (φιλοσοφία) η φιλοσοφική σχολή που δέχεται τη φύση και τη λειτουργία της ως τη μοναδική αρχή και οδηγό συμπεριφοράς
  2. (οικονομία) οικονομική θεωρία που προτάσσει ως παράγοντα ευημερίας τη γη (τη γεωργία και γενικα τους φυσικούς πόρους)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]