Μετάβαση στο περιεχόμενο

φυσιοκρατία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φυσιοκρατία οι φυσιοκρατίες
      γενική της φυσιοκρατίας των φυσιοκρατιών
    αιτιατική τη φυσιοκρατία τις φυσιοκρατίες
     κλητική φυσιοκρατία φυσιοκρατίες
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φυσιοκρατία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική physiocratie, φυσιο- + -κρατία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fi.si.o.kɾaˈti.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φυσιοκρατία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φυσιοκρατία θηλυκό

  1. (οικονομία, πολιτική, ιστορία) θεωρία του 18ου αιώνα πως η μόνη πραγματικά παραγωγική δραστηριότητα είναι η γεωργία[1]
  2. (φιλοσοφία) η φιλοσοφική και ηθική προσέγγιση που δέχεται τη φύση και τη λειτουργία της ως τη μοναδική αρχή και οδηγό συμπεριφοράς[2]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • physiocracy στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Νίκος Θεοχαράκης, «Από τον μερκαντιλισμό στην κλασική πολιτική οικονομία (Φυσιοκράτες και άλλοι)» eclass.uoa.gr pdf [Ιστορία οικονομικών θεωριών. Ενότητα 4], Αθήνα: ΕΚΠΑ - Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Στον ιστότοπο eclass.uoa.gr· πρόσβαση: 2021-06-25
  2. φυσιοκρατία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας