χαυνωτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χαυνωτικός < χαυνώνω
Επίθετο
[επεξεργασία]χαυνωτικός
- που προκαλεί χαύνωση, αποχαύνωση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χαυνωτικός
|
|
χαυνωτικός
|
|