Μετάβαση στο περιεχόμενο

χείλι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χείλι τα χείλια
& χείλη
      γενική του χειλιού των χειλιών
& χείλέων
    αιτιατική το χείλι τα χείλια
& χείλη
     κλητική χείλι χείλια
& χείλη
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Ο λόγιος πληθυντικός "χείλη" από το χείλος.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
  1. χείλι < μεσαιωνική ελληνική χείλιν και ἀχείλιν με ανασυλλαβισμό "ἕνα ἀχείλι(ν)" > "ένα χείλι"[1] < αρχαία ελληνική χεῖλος
  2. χείλι < πληθυντικός του αρχαία ελληνική χεῖλος: τὰ χείλη-α > τα χείλια > ενικός το χείλι[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈçi.li/
Ομόηχο: χείλη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χείλι ουδέτερο

  • το χείλος του στόματος
      Δε χτύπησε αλλού, μονάχα έσκισε το χείλι του πάνω στην πέτρα. ( Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
      Τι βουτιές, τι πλατσουρίσματα, τι χοροπηδήματα, τι πατητές, τι το ξερό, μέχρι να ξεθεωθούμε. Η μαμά από κοντά, έβγαινε πιό γρήγορα, λέγοντας και σε μας: « Μπρός, έξω τώρα !!!». Πριτς εμείς: «Ακόμα λίγο ρε μαμά !!!!» και μπλούμ βουτιά !!!. Γύριζε σε λίγο κρατώντας ανοιχτή την πετσέτα, σαν ταυρομάχος μπροστά στον ταύρο. «Ελάτε τώρα ντεεεε, εσένα μικρή έχουν μελανιάσει οι χούφτες και τα χείλια σου, τα δάχτυλά σου έχουν φαφατιάσει καλέεε, θα αρρωστήσεις απο τις αμυγδαλές σου και δε θα την ξαναδείς τη θάλασσα πιά. (Βασιλική Καλογεροπούλου, Τα μπάνια του λαού και τα… κερασάκια, Πάμισος-Μεσσήνη, 26/7/2021 )

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. χείλι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.