χειμωνιάτικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική χειμωνιάτικος χειμωνιάτικη χειμωνιάτικο
γενική χειμωνιάτικου χειμωνιάτικης χειμωνιάτικου
αιτιατική χειμωνιάτικο χειμωνιάτικη χειμωνιάτικο
κλητική χειμωνιάτικε χειμωνιάτικη χειμωνιάτικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χειμωνιάτικοι χειμωνιάτικες χειμωνιάτικα
γενική χειμωνιάτικων χειμωνιάτικων χειμωνιάτικων
αιτιατική χειμωνιάτικους χειμωνιάτικες χειμωνιάτικα
κλητική χειμωνιάτικοι χειμωνιάτικες χειμωνιάτικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειμωνιάτικος < χειμώνας

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χειμωνιάτικος

  1. ο σχετικός με το χειμώνα ή με το κρύο
    χειμωνιάτικος καιρός, χειμωνιάτικα ρούχα
  2. σε αντιδιαστολή προς κάτι λιγότερο ζεστό
    Βάλε μια χειμωνιάτικη κουβέρτα γιατί αυτή είναι λεπτή, δεν θα σε πιάσει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]