χολερόβλητος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]χολερόβλητος, -η, -ο
- αυτός που έχει προσβληθεί από χολέρα
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χολερόβλητος
|
|