χοντρικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χοντρικός < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]χοντρικός, -ή, -ό και χονδρικός
- που αφορά την εξέταση ενός θέματος σε αδρές γραμμές, χωρίς λεπτομέρειες και χωρίς απαιτήσεις μεγάλης ακρίβειας
- που αφορά την αγορά και πώληση προϊόντων σε μεγάλες ποσότητες
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χοντρικός
|