χρηματοκιβώτιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρηματοκιβώτιο χρηματοκιβώτια
γενική χρηματοκιβωτίου χρηματοκιβωτίων
αιτιατική χρηματοκιβώτιο χρηματοκιβώτια
κλητική χρηματοκιβώτιο χρηματοκιβώτια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρηματοκιβώτιο < χρηματ(ο)- + κιβώτιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρηματοκιβώτιο ουδέτερο

  • κιβώτιο ή χώρος ασφαλισμένος για την φύλαξη χρημάτων ή άλλων πολύτιμων αντικειμένων, εγγράφων κλπ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]