χτένισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χτένισμα τα χτενίσματα
      γενική του χτενίσματος των χτενισμάτων
    αιτιατική το χτένισμα τα χτενίσματα
     κλητική χτένισμα χτενίσματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χτένισμα < χτενίζω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χτένισμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια του χτενίζω
  2. η μορφή που παίρνουν τα μαλλιά όταν χτενιστούν με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο, η κόμμωση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]