χτένισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χτένισμα χτενίσματα
γενική χτενίσματος χτενισμάτων
αιτιατική χτένισμα χτενίσματα
κλητική χτένισμα χτενίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χτένισμα < χτενίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χτένισμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια του χτενίζω
  2. η μορφή που παίρνουν τα μαλλιά όταν χτενιστούν με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο, η κόμμωση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]