ψιχίον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ψιχίον ψιχίω ψιχία
Γενική ψιχίου ψιχίοιν ψιχίων
Δοτική ψιχί ψιχίοιν ψιχίοις
Αιτιατική ψιχίον ψιχίω ψιχία
Κλητική ψιχίον ψιχίω ψιχία

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιχίον < ψίξ + υποκοριστικό επίθημα -ίον < αρχαία ελληνική ψίω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψιχίον ουδέτερο

  • (ελληνιστική κοινή) ψιχίο
    Οὐκ ἔστιν καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. 27 ἡ δὲ εἶπεν, Ναί, κύριε, καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. (Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ιε 27)

Πηγές[επεξεργασία]