ψυχοπνευματικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψυχοπνευματικός ψυχοπνευματική ψυχοπνευματικό
γενική ψυχοπνευματικού ψυχοπνευματικής ψυχοπνευματικού
αιτιατική ψυχοπνευματικό ψυχοπνευματική ψυχοπνευματικό
κλητική ψυχοπνευματικέ ψυχοπνευματική ψυχοπνευματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψυχοπνευματικοί ψυχοπνευματικές ψυχοπνευματικά
γενική ψυχοπνευματικών ψυχοπνευματικών ψυχοπνευματικών
αιτιατική ψυχοπνευματικούς ψυχοπνευματικές ψυχοπνευματικά
κλητική ψυχοπνευματικοί ψυχοπνευματικές ψυχοπνευματικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχοπνευματικός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

ψυχοπνευματικός -ή -ό

  1. σχετικός με το πνεύμα και την ψυχή


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]