ωτόρροια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ωτόρροια ωτόρροιες
γενική ωτόρροιας ωτορροιών
αιτιατική ωτόρροια ωτόρροιες
κλητική ωτόρροια ωτόρροιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωτόρροια < λόγια λέξη ὠτορροια για να αποδώσει το γαλλικό otorrhée < oto- ( αρχαία ελληνική γενική ὠτός της λέξης οὖς) + -rrhée ( < αρχαία ελληνική ῥέω όπου το δασυνόμενο ρ διπλασιαζόταν μετά από φωνήεν)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ωτόρροια θηλυκό

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]