ωτόρροια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ωτόρροια οι ωτόρροιες
      γενική της ωτόρροιας των ωτορροιών
    αιτιατική την ωτόρροια τις ωτόρροιες
     κλητική ωτόρροια ωτόρροιες
όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωτόρροια < λόγια λέξη ὠτορροια για να αποδώσει το γαλλικό otorrhée < oto- ( αρχαία ελληνική γενική ὠτός της λέξης οὖς) + -rrhée ( < αρχαία ελληνική ῥέω όπου το δασυνόμενο ρ διπλασιαζόταν μετά από φωνήεν)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ωτόρροια θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]