Μετάβαση στο περιεχόμενο

βλέννα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βλέννα οι βλέννες
      γενική της βλέννας των βλεννών
    αιτιατική τη βλέννα τις βλέννες
     κλητική βλέννα βλέννες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βλέννα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βλέννα, βλεννός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈvle.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός : βλέν‐να

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βλέννα θηλυκό

  1. ημιδιάφανο, γλοιώδες και πυκνόρρευστο υγρό που εκκρίνουν κάποιοι αδένες
    ※  Αντικείμενο αυτής της εργασίας ήταν η μελέτη ορισμένων φυσικών ιδιοτήτων και βιοχημικών παραμέτρων της τραχηλικής βλέννας σε αγελάδες που εμφάνισαν οίστρο μετά τον τοκετό και σε αγελάδες με αναφροδισία, οι οποίες υποβλήθηκαν σε ορμονική αγωγή (προγεστερόνη ή προσταγλανδίνη F2α) για την πρόκληση οίστρου. (Θεοδώρα Τσιλιγιάννη, Μελέτη των φυσικοχημικών ιδιοτήτων της τραχηλικής βλέννας σε σχέση με τη γονιμότητα των αγελάδων, διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, 1999 )
  2. το γλοιώδες και παχύρρευστο έκκριμα της μύτης
    ≈ συνώνυμα: μύξα
  3. (βοτανική) ιξώδης ουσία κάποιων φυτών (π.χ. λινάρι)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ βλέννᾰ αἱ βλένναι
      γενική τῆς βλέννης τῶν βλεννῶν
      δοτική τῇ βλέννῃ ταῖς βλένναις
    αιτιατική τὴν βλέννᾰν τὰς βλέννᾱς
     κλητική ὦ! βλέννᾰ βλένναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βλέννᾱ
γεν-δοτ τοῖν  βλένναιν
1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'δόξα' όπως «δόξα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βλέννα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βλέννα, -ης θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]