Μετάβαση στο περιεχόμενο

βλεννώδης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βλεννώδης η βλεννώδης το βλεννώδες
      γενική του βλεννώδους της βλεννώδους του βλεννώδους
    αιτιατική τον βλεννώδη τη βλεννώδη το βλεννώδες
     κλητική βλεννώδη(ς) βλεννώδης βλεννώδες
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βλεννώδεις οι βλεννώδεις τα βλεννώδη
      γενική των βλεννωδών των βλεννωδών των βλεννωδών
    αιτιατική τους βλεννώδεις τις βλεννώδεις τα βλεννώδη
     κλητική βλεννώδεις βλεννώδεις βλεννώδη
Κατηγορία όπως «μανιώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βλεννώδης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βλεννώδης < βλένν(α) + -ώδης

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vleˈno.ðis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βλεννώδης

Επίθετο

[επεξεργασία]

βλεννώδης -ης -ες

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / βλεννώδης τὸ βλεννῶδες
      γενική τοῦ/τῆς βλεννώδους τοῦ βλεννώδους
      δοτική τῷ/τῇ βλεννώδει τῷ βλεννώδει
    αιτιατική τὸν/τὴν βλεννώδη τὸ βλεννῶδες
     κλητική ! βλεννῶδες βλεννῶδες
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ βλεννώδεις τὰ βλεννώδη
      γενική τῶν βλεννώδων τῶν βλεννώδων
      δοτική τοῖς/ταῖς βλεννώδεσ(ν) τοῖς βλεννώδεσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς βλεννώδεις τὰ βλεννώδη
     κλητική ! βλεννώδεις βλεννώδη
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ βλεννώδει τὼ βλεννώδει
      γεν-δοτ τοῖν βλεννώδοιν τοῖν βλεννώδοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'μανιώδης' όπως «μανιώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βλεννώδης < βλένν(α) + -ώδης

Επίθετο

[επεξεργασία]

βλεννώδης -ης -ες