ἀασμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀασμός ἀασμώ ἀασμοί
Γενική ἀασμοῦ ἀασμοῖν ἀασμῶν
Δοτική ἀασμ ἀασμοῖν ἀασμοῖς
Αιτιατική ἀασμόν ἀασμώ ἀασμούς
Κλητική ἀασμέ ἀασμώ ἀασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀασμός < ἀάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀασμός αρσενικό
  1. εκπνοή
  2. η εκβολή πνεύματος