Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀασμός

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀασμός οἱ ἀασμοί
      γενική τοῦ ἀασμοῦ τῶν ἀασμῶν
      δοτική τῷ ἀασμ τοῖς ἀασμοῖς
    αιτιατική τὸν ἀασμόν τοὺς ἀασμούς
     κλητική ! ἀασμέ ἀασμοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀασμώ
γεν-δοτ τοῖν  ἀασμοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀασμός < ἀάζω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ἀασμός αρσενικό
  1. εκπνοή
  2. η εκβολή πνεύματος