ἀθλητής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀθλητής ἀθλητά ἀθληταί
Γενική ἀθλητοῦ ἀθληταῖν ἀθλητῶν
Δοτική ἀθλητ ἀθληταῖν ἀθληταῖς
Αιτιατική ἀθλητήν ἀθλητά ἀθλητάς
Κλητική ἀθλητά ἀθλητά ἀθληταί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀθλητής < ἀθλέω < ἆθλον < *ἄϝεθλον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂weh₁- + *-dʰlom

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀθλητής αρσενικό

  1. αθλητής, πρωταθλητής
  2. (μεταφορικά) για τους χριστιανούς μάρτυρες
  3. (ως επίθετο)
    ἀθλητής ἵππος: άλογο αγώνων
  4. (με γενική πράγματος) αυτός που διακρίνεται σε κάτι (καλό ή κακό)
    ἀθλητής πολέμου, ἀθλητής ἀρετῆς, ἀθλητής βδελυρίας

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]