ἀνάκρισις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀνάκρισις ἀνακρίσει ἀνακρίσεις
Γενική ἀνακρίσεως ἀνακρισέοιν ἀνακρίσεων
Δοτική ἀνακρίσει ἀνακρισέοιν ἀνακρίσεσι(ν)
Αιτιατική ἀνάκρισιν ἀνακρίσει ἀνακρίσεις
Κλητική ἀνάκρισι ἀνακρίσει ἀνακρίσεις

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀνάκρισις < ἀνακρίνω + -σις < κρίνω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *krey-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀνάκρισις

  1. εξέταση
  2. έρευνα
  3. (νομική) ανάκριση (προκειμένου να έρθει μια υπόθεση στα δικαστήρια)
  4. διαμάχη, διαφωνία

Άλλες μορφές[επεξεργασία]