ἄχερδος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| θηλυκό ή αρσενικό | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ ὁ |
ἄχερδος | αἱ οἱ |
ἄχερδοι | ||||
| γενική | τῆς τοῦ |
ἀχέρδου | τῶν | ἀχέρδων | ||||
| δοτική | τῇ τῷ |
ἀχέρδῳ | ταῖς τοῖς |
ἀχέρδοις | ||||
| αιτιατική | τὴν τὸν |
ἄχερδον | τὰς τοὺς |
ἀχέρδους | ||||
| κλητική ὦ! | ἄχερδε | ἄχερδοι | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀχέρδω | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀχέρδοιν | ||||||
| Μεταγενέστερο ως αρσενικό. | ||||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «Ζάκυνθος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἄχερδος < αβέβαιης ετυμολογίας. Συνδέεται με το συνώνυμο ἀχράς.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἄχερδος θηλυκό, αργότερα αρσενικό
- (δέντρο, φρούτο) η αγριαχλαδιά, αγριαπιδιά Pyrus amygdaliformis, αλλιώς Pyrus spinosa ή ο καρπός της, το αγριαχλάδι, αγριάπιδο
- με άγνωστο γένος ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 14 (ξ. Ὀδυσσέως πρὸς Εὔμαιον ὁμιλία.), στίχ. 10 (10-13)
- ῥυτοῖσιν λάεσσι καὶ ἐθρίγκωσεν ἀχέρδῳ.
- Έκοψε τα λιθάρια και πάνω τους στεφάνωσε χλωρά κλωνάρια αγριαπιδιάς
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- ῥυτοῖσιν λάεσσι καὶ ἐθρίγκωσεν ἀχέρδῳ.
- θηλυκό ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ, στίχ. 1596
- κοίλης τ᾽ ἀχέρδου (της κούφιας αγριαχλαδιάς)
- και δείτε Μετάφραση (2004): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα: ΜΙΕΤ @greek‑language.gr
- κοίλης τ᾽ ἀχέρδου (της κούφιας αγριαχλαδιάς)
- ελληνιστική κοινή, αρσενικό ※ Θεόκριτος, Εἰδύλλια, 24, 90 στίχ.89-90
- κάγκανα δ᾽ ἀσπαλάθου ξύλ᾽ ἑτοιμάσατ᾽ ἢ παλιούρου
ἢ βάτου ἢ ἀνέμῳ δεδονημένον αὖον ἄχερδον·- και ρίξετε ξερά κλαδιά, κατάξερα κλωνάρια / ασπαλουθιάς ή παλουριού, αγριαπιδιάς ή βάτου
- Μετάφραση (1911): Ιωάννης Πολέμης @greek-language.gr
- και ρίξετε ξερά κλαδιά, κατάξερα κλωνάρια / ασπαλουθιάς ή παλουριού, αγριαπιδιάς ή βάτου
- κάγκανα δ᾽ ἀσπαλάθου ξύλ᾽ ἑτοιμάσατ᾽ ἢ παλιούρου
- με άγνωστο γένος ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 14 (ξ. Ὀδυσσέως πρὸς Εὔμαιον ὁμιλία.), στίχ. 10 (10-13)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἄχερδος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἄχερδος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- «ἄχερδος» σελ. 182 - Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης θηλυκά ή αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά ή αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκού ή αρσενικού γένους προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' θηλυκά ή αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Δέντρα (αρχαία ελληνικά)
- Φυτά (αρχαία ελληνικά)
- Φρούτα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Σοφοκλή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)