Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἀμαστριανός

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἀμαστριανός οἱ Ἀμαστριανοί
      γενική τοῦ Ἀμαστριανοῦ τῶν Ἀμαστριανῶν
      δοτική τῷ Ἀμαστριαν τοῖς Ἀμαστριανοῖς
    αιτιατική τὸν Ἀμαστριανόν τοὺς Ἀμαστριανούς
     κλητική ! Ἀμαστριανέ Ἀμαστριανοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἀμαστριανώ
γεν-δοτ τοῖν  Ἀμαστριανοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἀμαστριανός < Ἄμαστρι(ς) + -ανός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Ἀμαστριανός αρσενικό