ἐμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐμός ἐμή ἐμόν ἐμοί ἐμαί ἐμά
Γενική ἐμοῦ ἐμῆς ἐμοῦ ἐμῶν ἐμῶν ἐμῶν
Δοτική ἐμῷ ἐμῇ ἐμῷ ἐμοῖς ἐμαῖς ἐμοῖς
Αιτιατική ἐμόν ἐμήν ἐμόν ἐμούς ἐμάς ἐμά
Κλητική ἐμέ ἐμή ἐμόν ἐμοί ἐμαί ἐμά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐμώ ἐμά
Γενική-Δοτική ἐμοῖν ἐμαῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐμός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₁me-

Αντωνυμία[επεξεργασία]

ἐμός, -ή, -όν

  • κτητική αντωνυμία α΄προσώπου για έναν κτήτορα: ο δικός μου, η δική μου, το δικό μου

Κτητικές αντωνυμίες[επεξεργασία]

Για έναν κτήτορα[επεξεργασία]

Για πολλούς κτήτορες[επεξεργασία]