σφέτερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική σφέτερος σφετέρα σφέτερον σφέτεροι σφέτεραι σφέτερα
Γενική σφετέρου σφετέρας σφετέρου σφετέρων σφετέρων σφετέρων
Δοτική σφετέρῳ σφετέρᾳ σφετέρῳ σφετέροις σφετέραις σφετέροις
Αιτιατική σφέτερον σφετέραν σφέτερον σφετέρους σφετέρας σφέτερα
Κλητική σφέτερε σφετέρα σφέτερον σφέτεροι σφέτεραι σφέτερα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική σφετέρω σφετέρα
Γενική-Δοτική σφετέροιν σφετέραιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφέτερος < σφεῖς + -τερος

Αντωνυμία[επεξεργασία]

σφέτερος, -α, -ον

  1. δικός τους (για πολλούς κτήτορες)
  2. (σπάνιο) δικός του
     συνώνυμα: ἑός, ὅς
    ※ ζῶε δ’ ἀγαλλόμενος σὺν ἐυσφύρῳ Ἠλεκτρυώνῃ, / ᾗ ἀλόχῳ· τάχα δ’ ἄμμες ἐπιπλομένων ἐνιαυτῶν / γεινόμεθ’ οὔτε φυὴν ἐναλίγκιοι οὔτε νόημα, / σός τε πατὴρ καὶ ἐγώ· τοῦ μὲν φρένας ἐξέλετο Ζεύς, / ὃς προλιπὼν σφέτερόν τε δόμον σφετέρους τε τοκῆας / ᾤχετο τιμήσων ἀλιτήμενον Εὐρυσθῆα, / σχέτλιος (Ησίοδος, Ἀσπίς, 86-92)
    ※ Ἐκ Λυκίας δὲ Γλαῦκον ἐλθόντα τρόμεον Δαναοί. Τοῖσι μέν ἐξεύχετ’ ἐν ἄστεϊ Πειράνας σφετέρου πατρὸς ἀρχάν καὶ βαθὺν κλᾶρον ἔμμεν καὶ μέγαρον (Πίνδαρος, Ολυμπιόνικοι, 13, 60-62)
  3. (σπάνιο) δικός μου
  4. (σπάνιο) δικός μας
  5. (σπάνιο) δικός σου
  6. (σπάνιο) δικός σας

Κτητικές αντωνυμίες[επεξεργασία]

Για έναν κτήτορα[επεξεργασία]

Για πολλούς κτήτορες[επεξεργασία]


Πηγές[επεξεργασία]