σός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: σος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική σός σή σόν σοί σαί σά
Γενική σοῦ σῆς σοῦ σῶν σῶν σῶν
Δοτική σῷ σῇ σῷ σοῖς σαῖς σοῖς
Αιτιατική σόν σήν σόν σούς σάς σά
Κλητική σέ σή σόν σοί σαί σά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική σώ σά
Γενική-Δοτική σοῖν σαῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σός < σύ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *túh₂

Αντωνυμία[επεξεργασία]

σός, σή, σόν

  • κτητική αντωνυμία β΄προσώπου για έναν κτήτορα: ο δικός σου, η δική σου, το δικό σου
  • πάτερ, σός εἰμι
  • ἀλλά με σός τε πόθος σά τε μήδεα (Οδύσσεια, λ 202)
    μόν' ὁ καημός σου κι ἡ ἔννοια σου, μὰ κι ἡ καλή σου ἡ γνώμη (μετάφραση Εφταλιώτη, λ 202)
  • τὸ σὸν γέρας (το δικό σου δώρο)
  • καὶ γὰρ ὀρθῶς τῶν γε σῶν τελεῖς ὕπερ (Σοφοκλής, Οιδίπους Τύραννος, 1448)
    και θα τελέσεις σωστά το τυπικό για τους δικούς σου <ανθρώπους>)
  • σὸν δ᾽ αὖ τὸ σιγᾶν καὶ μένειν εἴσω δόμων (δική σου δουλειά είναι να σωπάσεις και να μείνεις μέσα στο σπίτι)
  • Τά σά ἐκ τῶν σῶν σοί προσφέρομεν (από τη θεία λειτουργία του Χρυσοστόμου)
    σε εσένα προσφέρουμε τα δικά σου που είναι τμήμα των δικών σου. (αυτό που προσφέρουμε στο Θεό δεν είναι δικό μας, ουσιαστικά είναι μέρος από τα δικά του "υπάρχοντα" γιατί όλα ανήκουν σε εκείνον)

Κτητικές αντωνυμίες[επεξεργασία]

Για έναν κτήτορα[επεξεργασία]

Για πολλούς κτήτορες[επεξεργασία]