ἡμέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἡμέρα ἡμέρα ἡμέραι
Γενική ἡμέρας ἡμέραιν ἡμερῶν
Δοτική ἡμέρ ἡμέραιν ἡμέραις
Αιτιατική ἡμέραν ἡμέρα ἡμέρας
Κλητική ἡμέρα ἡμέρα ἡμέραι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἡμέρα < ἦμαρ (ημέρα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eh₃mr̥ (ζέστη) < *h₂eh₃- (ζεσταίνομαι, καίω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἡμέρα

  1. μέρα

Άλλες μορφές[επεξεργασία]