ἡμέρα
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ἡμέρᾱ | αἱ | ἡμέραι |
| γενική | τῆς | ἡμέρᾱς | τῶν | ἡμερῶν |
| δοτική | τῇ | ἡμέρᾳ | ταῖς | ἡμέραις |
| αιτιατική | τὴν | ἡμέρᾱν | τὰς | ἡμέρᾱς |
| κλητική ὦ! | ἡμέρᾱ | ἡμέραι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἡμέρᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἡμέραιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'φαρέτρα' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /hɛː.mé.ɾaː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἡ‐μέ‐ρᾱ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἡμέρα, -ᾱς θηλυκό
- ημέρα
- σε ορισμένες περιπτώσεις μαζί με επίθετο για να περιγράψει περίοδο χρόνου ή της ζωής
- ποιητικός τύπος αντί του χρόνου
- «ἡμέρα κλίνει τε κἀνάγει πάλιν ἅπαντα τἀνθρώπεια»
- απόλυτες χρήσεις
- στην γενική
- στην δοτική
- στην αιτιατική
- με πρόθεση
- «ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν» κάθε μέρα
- «δι' ἡμέρης», «δι' ἡμέρας» κατά την διάρκεια ολόκληρης της ημέρας
- «διὰ τρίτης ἡμέρας» κάθε τρίτη μέρα
- → λατινική: tertio quoque die
- «δι' ἡμερῶν πολλῶν» στο μεσοδιάστημα πολλών ημερών
- «ἐξ ἡμέρας» στο διάστημα της ημέρας
- «ἐφ' ἡμέραν» επαρκής για την ημέρα
- «τοὐφ' ἡμέραν» μέρα με την μέρα, από μέρα σε μέρα
- «καθ' ἡμέραν»
- με την μέρα, στο διάστημα της ημέρας
- (κοινή σημασία) μέρα με την μέρα, καθημερινά
- «τὸ καθ' ἡμέραν» (απόλυτο) κάθε μέρα
- «μεθ' ἡμέραν» το μεσημέρι
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]- αὐθήμερος
- διημερεύω
- εὐημερέω
- εὐημέρημα
- εὐημερία
- εὐήμερος
- ἐφημέριος
- ἐφημερίς
- ἐφήμερος
- ἡμερήσιος
- ἡμερία
- ἡμερινός
- ἡμερόβιος
- ἡμερογράφος
- ἡμεροδρόμος
- ἡμεροειδής
- ἡμεροκαλλές
- ἡμερομαντεία
- ἡμερόσκοπος
- ἡμεροφύλαξ
- ἰσημερία
- ἰσημερινός
- καθημέριος
- μεθημερινός
- μεσημέριος
- νυχθήμερον
- ὁσημέραι
- πανημέριος
- σήμερον
- συνδιημερεύω
- συνημερεύω
- τριακονθήμερος
- ὑπερημερία
- ὑπερήμερος
Απόγονοι
[επεξεργασία]ἡμέρα (αρχαία ελληνικά)
- → μεσαιωνικά ελληνικά: ἡμέρα
- → νέα ελληνικά: ἡμέρα, ημέρα, μέρα
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ἦμαρ σελ. 518 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- ἡμέρα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἡμέρα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'φαρέτρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φαρέτρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)