Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἡμέρα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : ημέρα, ἑμέρα

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ ἡμέρᾱ αἱ ἡμέραι
      γενική τῆς ἡμέρᾱς τῶν ἡμερῶν
      δοτική τῇ ἡμέρᾳ ταῖς ἡμέραις
    αιτιατική τὴν ἡμέρᾱν τὰς ἡμέρᾱς
     κλητική ὦ! ἡμέρᾱ ἡμέραι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἡμέρᾱ
γεν-δοτ τοῖν  ἡμέραιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'φαρέτρα' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἡμέρα < επιτεταμένη μορφή του ἦμαρ[1]. Η αρχική δασύτητα στην αττική είναι μάλλον αναλογική προς το ἑσπέρα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /hɛː.mé.ɾaː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός : ἡ‐μέ‐ρᾱ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἡμέρα, -ᾱς θηλυκό

  1. ημέρα
    1. αρχικά σε φράσεις που σημαίνουν το χάραμα, το ξημέρωμα
      «ἅμα ἡμέρᾳ», «ἅμα τῇ ἡμέρᾳ»
      «ἡμέρα διαλάμπει», «ἡμέρα ἐκλάμπει»
      «ἡμέρα ὑποφαίνεται»
      «γίγνεται ἡμέρα», «ἐστὶ πρὸς ἡμέραν»
  2. σε ορισμένες περιπτώσεις μαζί με επίθετο για να περιγράψει περίοδο χρόνου ή της ζωής
    «ἐπίπονος ἡμέρα» ζωή γεμάτη αθλιότητα
    «λυπρὰν ἄγειν ἡμέραν»
    «αἱ μακραὶ ἡμέραι» η διάρκεια των ημερών
    «νέα ἡμέρα» η νεότητα, τα νιάτα
  3. ποιητικός τύπος  αντί του χρόνου
    «ἡμέρα κλίνει τε κἀνάγει πάλιν ἅπαντα τἀνθρώπεια»
  4. απόλυτες χρήσεις
    1. στην γενική
      «τριῶν ἡμερέων» μέσα σε διάστημα τριών ημερών
      «ἡμερῶν ὀλίγων» μέσα σε λίγες ημέρες
      «ἡμέρας» σε καιρό ημέρας
      «δὶς τῆς ἡμέρης ἑκάστης» δύο φορές κάθε μέρα
    2. στην δοτική
      «τῇδε τῇ ἡμέρᾳ» σε αυτή την ημέρα
      «τῇδ' ἐν ἡμέρᾳ»
    3. στην αιτιατική
      «πᾶσαν ἡμέραν» όλη την ημέρα
      «τρίτην ἡμέραν ἥκων» τρεις ημέρες μετά την άφιξη κάποιου
      «τὰς ἡμέρας» στην διάρκεια της ημέρας
  5. με πρόθεση
    «ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν» κάθε μέρα
    «δι' ἡμέρης», «δι' ἡμέρας» κατά την διάρκεια ολόκληρης της ημέρας
    «διὰ τρίτης ἡμέρας» κάθε τρίτη μέρα
    → λατινική: tertio quoque die
    «δι' ἡμερῶν πολλῶν» στο μεσοδιάστημα πολλών ημερών
    «ἐξ ἡμέρας» στο διάστημα της ημέρας
    «ἐφ' ἡμέραν» επαρκής για την ημέρα
    «τοὐφ' ἡμέραν» μέρα με την μέρα, από μέρα σε μέρα
    «καθ' ἡμέραν»
    1. με την μέρα, στο διάστημα της ημέρας
    2. (κοινή σημασία) μέρα με την μέρα, καθημερινά
    «τὸ καθ' ἡμέραν» (απόλυτο) κάθε μέρα
    «μεθ' ἡμέραν» το μεσημέρι

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ἡμέρα (αρχαία ελληνικά)

→ μεσαιωνικά ελληνικά: ἡμέρα
→ νέα ελληνικά: ἡμέρα, ημέρα, μέρα

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ ἦμαρ σελ. 518 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.