ἦτορ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | ἦτορ | τὰ | ἤτορα | ||||
| γενική | τοῦ | ἤτορος | τῶν | ἠτόρων | ||||
| δοτική | τῷ | ἤτορι | τοῖς | ἤτορσι(ν) | ||||
| αιτιατική | τὸ | ἦτορ | τὰ | ἤτορα | ||||
| κλητική ὦ! | ἦτορ | ἤτορα | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ἄορ' όπως «ἄορ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἦτορ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἦτορ.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈi.toɾ/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἦ‐τορ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἦτορ, -ορος ουδέτερο
- (καθαρεύουσα, αρχαιοπρεπές) η καρδιά
- ※ 1832 Joachim George Le Sage ten Broek, De morgenstar, δεύτερη έκδοση, σελ. 95
- Ὥς δὲ ἀμέτρητον πάντων τρέφει ἤτορα γῆθος, ὡς νοῦν ἀρχομένων πνεύματα σεμνὰ τρέφοι.
- ※ 1885 Giuseppe De Gennaro, Fiori di poesia greca, latina, italiana, Εἰς νέον ἀρχιερέα Δομηνικὸν Γάσπαρα Λάκνια Ἐκ τῶν ἡγεμόνων τοῦ χωρίου τῆς Βρόλου Ἐκ Ῥώμης εἰς Μορρεάλεν Ἔλθοντα, σελ. 11
- Ζήλων σοῦ προγόνων σπουδὰς, τῶν ἤτορα παίδων
Εἰς ἀρετὰς προάγεις, πράγματα ἠδὲ καλὰ.
- Ζήλων σοῦ προγόνων σπουδὰς, τῶν ἤτορα παίδων
- ※ 2018 The Flight, Odyssey (Greek version), Assassin's Creed Odyssey (OST) [Η Πτήση, Οδύσσεια (Ελληνική εκδοχή), Δόγμα των Δολοφόνων Οδύσσεια (ΠΜΕ, πρωτότυπη μουσική επένδυση)] Ακούστε εδώ από το 0:50, πρόσβαση: 17. 9. 2025
- ἰδοὺ τοὺς ἀστέρας
look to the stars
ὑπὸ τὰ ὄρη καὶ τὸν ἁλίκλυστον πόντον·*
under the mountains and the wild sea
τὸ σὸν ὄναρ ἀκολούθει.
follow your dreams
ἄριστοι τῶν ἠτόρων
the bravest hearts
οἱ θεοὶ ῥ' ἀροῦσιν τοὺς τολμῶντας,
the gods will favour those who dare
εὐκαρδίως προσκοπεῖν
courageously to see
τὸν σφῶν πότμον.
their destiny.- ΣτΕ: Μετάφραση από τα αγγλικά στα αρχαία ελληνικά. *Σφάλμα αντί «ὑπὲρ τῶν ὀρέων καὶ τοῦ ἁλικλύστοιο πόντου» (beyond the mountains and the wild sea), στίχος εμπνευσμένος από τα Ὀρφέως Ἀργοναυτικά, 333 «Ὠκεανοῦ μεδέοντες ἁλικλύστοιό τε πόντου».
- ἰδοὺ τοὺς ἀστέρας
- ※ 1832 Joachim George Le Sage ten Broek, De morgenstar, δεύτερη έκδοση, σελ. 95
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως από λογίους ξένους σε ποιητικό ύφος, παρά από Έλληνες.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| (ελλειπτικό ουσιαστικό) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | ἦτορ | ||||||
| γενική | τοῦ | — | ||||||
| δοτική | τῷ | ἤτορῐ | ||||||
| αιτιατική | τὸ | ἦτορ | ||||||
| κλητική ὦ! | — | |||||||
| Μόνο στην ονομαστική και αιτιατική στον Όμηρο, ως επικός και λυρικός τύπος. Και στην δοτική στον Σιμωνίδη, στον ⌘Πίνδαρο (Παιᾶνες). | ||||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ἄορ' όπως «ἄορ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἦτορ < → λείπει η ετυμολογία.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɛ̂ː.toɾ/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἦ‐τορ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἦτορ ουδέτερο, (ελλειπτικό ουσιαστικό)
- (ανατομία) η καρδιά, ως όργανο του ανθρώπινου σώματος
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 22 (Χ. Ἕκτορος ἀναίρεσις.), στίχ. 452 (451-453)
- ἐν δ᾽ ἐμοὶ αὐτῇ | στήθεσι πάλλεται ἦτορ ἀνὰ στόμα, νέρθε δὲ γοῦνα | πήγνυται· ἐγγὺς δή τι κακὸν Πριάμοιο τέκεσσιν.
- η καρδιά στο στήθος μου σπαράζει | κατά το στόμα· επέτρωσαν τα γόνατά μου κάτω· | κάτι κακόν είναι κοντά στα τέκνα του Πριάμου.
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- ἐν δ᾽ ἐμοὶ αὐτῇ | στήθεσι πάλλεται ἦτορ ἀνὰ στόμα, νέρθε δὲ γοῦνα | πήγνυται· ἐγγὺς δή τι κακὸν Πριάμοιο τέκεσσιν.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 22 (Χ. Ἕκτορος ἀναίρεσις.), στίχ. 452 (451-453)
- (ανατομία) η καρδιά, ως η έδρα της ψυχής, της ζωής
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 5 (Ε. Διομήδους ἀριστεία.), στίχ. 250 (249-250)
- ἀλλ᾽ ἄγε δὴ χαζώμεθ᾽ ἐφ᾽ ἵππων, μηδέ μοι οὕτω | θῦνε διὰ προμάχων, μή πως φίλον ἦτορ ὀλέσσῃς.»
- Κι έλα στ᾽ αμάξι ανάμερα μ᾽ εμέ και στους προμάχους | μη τόσο μου λυσσομανάς, μη χάσεις την ζωήν σου».
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- ἀλλ᾽ ἄγε δὴ χαζώμεθ᾽ ἐφ᾽ ἵππων, μηδέ μοι οὕτω | θῦνε διὰ προμάχων, μή πως φίλον ἦτορ ὀλέσσῃς.»
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 5 (Ε. Διομήδους ἀριστεία.), στίχ. 250 (249-250)
- (ανατομία) η καρδιά, ως η έδρα των συναισθημάτων (π.χ. χαρά, λύπη, οργή, δυσαρέσκεια) και των επιθυμιών
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 3 (Γ. Ὅρκοι. Τειχοσκοπία. Ἀλεξάνδρου καὶ Μενελάου μονομαχία.), στίχ. 31 (30-32)
- Τὸν δ᾽ ὡς οὖν ἐνόησεν Ἀλέξανδρος θεοειδὴς | ἐν προμάχοισι φανέντα, κατεπλήγη φίλον ἦτορ, | ἂψ δ᾽ ἑτάρων εἰς ἔθνος ἐχάζετο κῆρ᾽ ἀλεείνων.
- Και ο θεϊκός Αλέξανδρος άμ᾽ είδε αυτόν που εφάνη | μες στους προμάχους, η καρδιά του εσπάραξε στα στήθη | και να σωθεί εσύρθηκε στην μέση των συντρόφων.
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- Τὸν δ᾽ ὡς οὖν ἐνόησεν Ἀλέξανδρος θεοειδὴς | ἐν προμάχοισι φανέντα, κατεπλήγη φίλον ἦτορ, | ἂψ δ᾽ ἑτάρων εἰς ἔθνος ἐχάζετο κῆρ᾽ ἀλεείνων.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 188 (188-189)
- Ὣς φάτο· Πηλεΐωνι δ᾽ ἄχος γένετ᾽, ἐν δέ οἱ ἦτορ | στήθεσσιν λασίοισι διάνδιχα μερμήριξεν,
- Τα λόγια τούτα επλήγωσαν τα σπλάχνα του Αχιλλέως | κι έστρεψε δύο στοχασμούς μες στα δασιά του στήθη·
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- Ὣς φάτο· Πηλεΐωνι δ᾽ ἄχος γένετ᾽, ἐν δέ οἱ ἦτορ | στήθεσσιν λασίοισι διάνδιχα μερμήριξεν,
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 3 (Γ. Ὅρκοι. Τειχοσκοπία. Ἀλεξάνδρου καὶ Μενελάου μονομαχία.), στίχ. 31 (30-32)
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Μαρτυρείται μόνον στην ονομαστική και αιτιατική στον Όμηρο, Ησίοδο και Πίνδαρο, και στην δοτική στον Σιμωνίδη.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἦτορ - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἦτορ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (καθαρεύουσα)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (καθαρεύουσα)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (καθαρεύουσα)
- Καθαρεύουσα
- Ουσιαστικά (καθαρεύουσα)
- Αρχαιοπρεπείς όροι (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα στίχος (καθαρεύουσα)
- Ουσιαστικά ελλειπτικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ἄορ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἄορ' χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἄορ' εξαιρέσεις (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπερισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ανατομία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)