Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὀξύγαλα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: οξύγαλα

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὀξύγαλα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀξύγαλα ὀξύ- + -γαλα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὀξύγαλα ουδέτερο

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ὀξύγαλᾰ τὰ ὀξυγάλᾰκτ
      γενική τοῦ ὀξυγάλᾰκτος τῶν ὀξυγαλᾰ́κτων
      δοτική τῷ ὀξυγάλᾰκτ τοῖς ὀξυγάλᾰξῐ(ν)
    αιτιατική τὸ ὀξύγαλᾰ τὰ ὀξυγάλᾰκτ
     κλητική ! ὀξύγαλᾰ ὀξυγάλᾰκτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὀξυγάλᾰκτε
γεν-δοτ τοῖν  ὀξυγαλᾰ́κτοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'γάλα' όπως «γάλα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὀξύγαλα, ήδη τον 5ο/4ο αιώνα πκε σε απόσπασμα του Κτησία (: πίνουσι δὲ γάλα καὶ ὀξύγαλα τῶν προβάτων) [1] < ὀξύ- + -γαλα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὀξύγαλα ουδέτερο

  1. (ποτό) το ξινόγαλα
      1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι Αρταξέρξης, 3.2 @scaife.perseus
    εἰς τοῦτο δεῖ τὸν τελούμενον παρελθόντα τὴν μὲν ἰδίαν ἀποθέσθαι στολήν, ἀναλαβεῖν δὲ ἣν Κῦρος ὁ παλαιὸς ἐφόρει πρὶν ἢ βασιλεὺς γενέσθαι, καὶ σύκων παλάθης ἐμφαγόντα τερμίνθου κατατραγεῖν καὶ ποτήριον ἐκπιεῖν ὀξυγάλακτος.
  2. (τρόφιμο) το τυρόγαλο

Αναφορές

[επεξεργασία]