ὀσμή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὀσμή ὀσμά ὀσμαί
Γενική ὀσμῆς ὀσμαῖν ὀσμῶν
Δοτική ὀσμ ὀσμαῖν ὀσμαῖς
Αιτιατική ὀσμήν ὀσμά ὀσμάς
Κλητική ὀσμή ὀσμά ὀσμαί

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὀσμή < ὄζω < πρωτοελληνική *óďďō < *h₃ed-ye-, < *h₃ed- (όζω, μυρίζω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὀσμή θηλυκό

  1. οσμή
  2. όσφρηση
     συνώνυμα: ὄσφρησις

Άλλες μορφές[επεξεργασία]