ὠνέομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί Χρόνοι Αποθετικό
Ενεστώτας ὠνέομαι- ὠνοῦμαι
Παρατατικός ἐωνούμην
Μέλλοντας ὠνήσομαι και ὠνηθήσομαι
Αόριστος ἐπριάμην και ἐωνησάμην και ὠνησάμην παθητικός ἐωνήθην
Παρακείμενος ἐώνημαι (από το FεFώνημαι)
Υπερσυντέλικος ἐωνήμην και ἐωνημένος ην
Παρατηρήσεις συλλαβική αύξηση λόγω του Fωνε της αρχικής ρίζας

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὠνέομαι < θέμα ϝωνε- συγγενές του ὦνος (τιμή αγοράς) και ο μέσος αόριστος α΄από θέμα πρια- από υποθετικό ενεστώτα ρήματος πρίαμαι που θεωρείται ότι κάποτε υπήρξε, συγγενές των πέρνημι και περάω, πιπράσκω (αγοράζω)

Ρήμα[επεξεργασία]

ὠνέομαι και συνηρημένο ὠνοῦμαι

  1. (αποθετικό) αγοράζω
  2. διαπραγματεύομαι, παζαρεύω
  3. νοικιάζω φόρους ή δασμούς
  4. εξαγοράζω τη σιωπή κάποιου
  5. εξαγοράζω εύνοια, δωροδοκώ
  6. διαφθείρω
  7. σπάνια παθητικό: εξαγοράζομαι

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

  • ὠνητής
  • ὠνητός (αγορασμένος ή που μπορεί να αγοραστεί ή εξαγοραστεί)
  • ὠνητέος (που πρέπει να τον αγοράσει κάποιος)
  • ὤνησις
  • ὠνή (αγορά)
  • ὤνιος,α,ον και ος,ος,ον (αγοραστός ή προς αγορά, πώληση, δωροδοκούμενος, εξαγοράσιμος)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση του αορίστου κατά τα εις -μι[επεξεργασία]

Μέσος Αόριστος
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
ἐπριάμην
πρίωμαι
πριαίμην
σύ
ἐπρίω
πρίῃ
πρίαιο
πρίω ή πρίασο
οὖτος
ἐπριάτο
πρίηται
πρίαιτο
ἡμεῖς
ἐπριάμεθα
πριώμεθα
πριαίμεθα
ὑμεῖς
ἐπρίασθε
πρίησθε
πρίαισθε
οὗτοι
ἐπρίαντο
πρίωνται
πρίαιντο
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
πρίασθαι
πριάμενος
πριαμένη
πριάμενον