ὠνέομαι
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Αρχικοί Χρόνοι | Αποθετικό |
|---|---|
| Ενεστώτας | ὠνέομαι- ὠνοῦμαι |
| Παρατατικός | ἐωνούμην |
| Μέλλοντας | ὠνήσομαι και ὠνηθήσομαι |
| Αόριστος | ἐπριάμην και ἐωνησάμην και ὠνησάμην παθητικός ἐωνήθην |
| Παρακείμενος | ἐώνημαι (από το FεFώνημαι) |
| Υπερσυντέλικος | ἐωνήμην και ἐωνημένος ην |
| Παρατηρήσεις | συλλαβική αύξηση λόγω του Fωνε της αρχικής ρίζας |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]ὠνέομαι και συνηρημένο ὠνοῦμαι
- (αποθετικό) αγοράζω
- διαπραγματεύομαι, παζαρεύω
- νοικιάζω φόρους ή δασμούς
- εξαγοράζω τη σιωπή κάποιου
- εξαγοράζω εύνοια, δωροδοκώ
- ※ 4ος αιώνας πκε ⌘ Δημοσθένης, Κατὰ Φιλίππου γ, 45
- οὐ γὰρ ἂν αὐτοῖς ἔμελ᾽ εἴ τις ἐν Πελοποννήσῳ τινὰς ὠνεῖται καὶ διαφθείρει, μὴ τοῦθ᾽ ὑπολαμβάνουσιν·
- γιατί, αν δεν σκέφτονταν έτσι, δεν θα τους ενδιέφερε αν κάποιος εξαγοράζει και διαφθείρει ανθρώπους στην Πελοπόννησο.
- Μετάφραση (2002): Α.Ι. Γιαγκόπουλος-Μ. Αραποπούλου @greek‑language.gr
- οὐ γὰρ ἂν αὐτοῖς ἔμελ᾽ εἴ τις ἐν Πελοποννήσῳ τινὰς ὠνεῖται καὶ διαφθείρει, μὴ τοῦθ᾽ ὑπολαμβάνουσιν·
- ※ 4ος αιώνας πκε ⌘ Δημοσθένης, Κατὰ Φιλίππου γ, 45
- διαφθείρω
- (σπάνια παθητικό): εξαγοράζομαι
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- συνωνοῦμαι (αγοράζω μαζί)
- ἀντωνοῦμαι (αγοράζω προς αντικατάσταση εκείνου που πούλησα)
- ἐξωνοῦμαι (εξαγοράζω)
Κλίση του αορίστου κατά τα εις -μι
[επεξεργασία]| προσωπικές εγκλίσεις |
οριστική | υποτακτική | ευκτική | προστακτική |
|---|---|---|---|---|
| ἐγώ | ||||
| σύ | ||||
| οὖτος | ||||
| ἡμεῖς | ||||
| ὑμεῖς | ||||
| οὗτοι | ||||
| ονοματικοί τύποι |
απαρέμφατο | μετοχή | ||
Πηγές
[επεξεργασία]- ὠνέομαι - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ὠνέομαι - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.