-mètre

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : mètre, métré, metre

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

-mètre < αρχαία ελληνικά μέτρον, « μέτρηση, εργαλείο μέτρησης »

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛtʁ/

Open book 01.svg Επίθημα[επεξεργασία]

-mètre (fr) αρσενικό

  1. επίθημα λέξεων που εκφράζουν εργαλεία μέτρησης
    le garagiste vérifia la pression des pneus de la voiture avec son manomètre - ο γκαραζιέρης εξακρίβωσε την πίεση των ελαστικών του αυτοκινήτου με το μανόμετρό του

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Τα θέματα που ακολουθούν δέχονται τα επιθήματα -mètre και -métrique:

Οι λέξεις που ακολουθούν έχουν ένα συγγενικό με το επίθημα -métrique:

Τα θέματα που ακολουθούν μπορούν να συμπληρωθούν με τα επιθήματα -mètre, -métrie και -métrique:

Wiki puzzle.svg Αναγραμματισμοί [επεξεργασία]