Nagel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Nagel 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Nagel die Nägel
γενική des Nagels der Nägel
δοτική dem Nagel den Nägel
αιτιατική den Nagel die Nägel

Nagel (de) αρσενικό

  1. καρφί
  2. νύχι
     συνώνυμα: Fingernagel