Nagel

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Nagel 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Nagel die Nägel
γενική des Nagels der Nägel
δοτική dem Nagel den Nägel
αιτιατική den Nagel die Nägel

Nagel (de) αρσενικό

  1. καρφί
  2. νύχι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: Fingernagel