Μετάβαση στο περιεχόμενο

Not

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Not die Nöte
γενική der Not der Nöte
δοτική der Not den Nöten
αιτιατική die Not die Nöte

Προφορά

[επεξεργασία]
ⓘ 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Not (de) θηλυκό

  1. ανάγκη
  2. ένδεια

Σύνθετα

[επεξεργασία]



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Not < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Not αρσενικό

  • The surnames of residents, Surnames with a frequency greater than or equal to 20, Instituto Nacional de Estadística (Ισπανία), ανακτήθηκε στις 9/9/2026



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Not < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Not αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023