Ochse

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Ochse die Ochsen
γενική des Ochsen der Ochsen
δοτική dem Ochsen den Ochsen
αιτιατική den Ochsen die Ochsen


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Ochse 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ochse (de)

  1. (ζωολογία) βόδι
  2. (υβριστικός χαρακτηρισμός) χαζός, ηλίθιος
    Du Ochse!

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]