Offizier

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Offizier die Offiziere
γενική des Offiziers der Offiziere
δοτική dem Offizier den Offizieren
αιτιατική den Offizier die Offiziere

Offizier (de) αρσενικό

  1. (στρατιωτικός όρος) αξιωματικός