Salz

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Γερμανικά (de) [edit]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Salz Salze
γενική Salz(e)s Salze
δοτική Salz(e) Salzen
αιτιατική Salz Salze


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[edit]

Salz 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

Salz (de) ουδέτερο

  1. (χωρίς πληθυντικό) αλάτι, μαγειρικό άλας
  2. άλας (η χημική ένωση)

Εκφράσεις[edit]