Salz

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Salz Salze
γενική Salz(e)s Salze
δοτική Salz(e) Salzen
αιτιατική Salz Salze


Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Salz (de) ουδέτερο

  1. (χωρίς πληθυντικό) αλάτι, μαγειρικό άλας
  2. άλας (η χημική ένωση)

Εκφράσεις[επεξεργασία]