Sinn

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Sinn die Sinne
γενική des Sinns
des Sinnes
der Sinne
δοτική dem Sinn den Sinnen
αιτιατική den Sinn die Sinne

Sinn (de) αρσενικό

  1. αίσθηση