Tal

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: tal

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Tal die Täler
γενική des Tals
des Tales
der Täler
δοτική dem Tal den Tälern
αιτιατική das Tal die Täler

Tal (de) ουδέτερο