Μετάβαση στο περιεχόμενο

Zeug

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική das Zeug die Zeuge
γενική des Zeugs
Zeuges
der Zeuge
δοτική dem Zeug
Zeuge
den Zeugen
αιτιατική das Zeug die Zeuge

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /t͡sɔɪ̯k/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Zeug (de) ουδέτερο

  1. τα πράγματα
  2. το υλικό

Σύνθετα

[επεξεργασία]



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Zeug < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Zeug αρσενικό ή θηλυκό

  • TNG-Adler, Liste der Nachnamen, ανακτήθηκε στις 29/9/2023