Zeug

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Zeug Zeuge
γενική Zeug(e)s Zeuge
δοτική Zeug(e) Zeugen
αιτιατική Zeug Zeuge

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Zeug (de) ουδέτερο

  1. τα πράγματα
  2. το υλικό

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]