caveat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

caveat < λατινική caveat

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

caveat (en)

  1. (καθομιλουμένη) προειδοποίηση
  2. (νομική) → δείτε λατινική caveat

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

caveat (en)

  1. (καθομιλουμένη) (θεωρείται αδόκιμο) προειδοποιώ
  2. (νομική) αντιτίθεμαι



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈka.ve.at/

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

caveat (la)

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  1. σημαντικό πράγμα που πρέπει να προσέξουμε (για να μην προκύψει σφάλμα, ατύχημα, παρερμηνεία κτλ.
  2. υποχρέωση ενημέρωσης συμβαλλόμενου από άλλον υπό συγκεκριμένους όρους (πχ. πριν δράσει συμβαλλόμενος σε προκαθορισμένο - ορισμένο τομέα ή κατεύθυνση να ενημερώσει τους λοιπούς)

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Νομικές εκφράσεις:

Βιβλιογραφικές παραπομπές: