corpus

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

corpus < λατινική corpus (σώμα)[1] χωρίς μεταγραφή με ελληνικά γράμματα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɔɾ.pus/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

corpus ουδέτερο (η κλίση, όπως στα λατινικά: πληθυθντικός corpora)

  • (φιλολογία, γλωσσολογία, αρχαιολογία) αντιπροσωπευτικό και αναγνωρισμένο σώμα γλωσσικού (ή άλλου) υλικού μιας περιόδου ή ενός δημιουργού
    αυτό το κείμενο Ανωνύμου ανήκει στο corpus της μεσαιωνικής λογοτεχνίας
    αυτό το ανέκδοτο ποίημα δεν ανήκει στο corpus των Απάντων του ποιητή
    αυτή η λέξη ανήκει στο corpus της καταγραφής προφορικού λόγου από την Ακαδημία
    Ιπποκράτειο corups

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
corpus corpus

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔʁ.pys/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

corpus (fr) αρσενικό

  • το σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

corpus, -oris ουδέτερο

  1. σώμα
  2. (φιλολογία, δίκαιο) σώμα κειμένων, σύνολο γνώσης
    corpus iuris civilis (σώμα δικαίου πολιτικού: κώδικας πολιτικού δικαίου)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • ο όρος χρησιμοποιείται διαγλωσσικά
    Corpus inscriptionum graecarum (corpus ελληνικών επιγραφών)
    Corpus medicorum graecorum (corpus Ελλήνων ιατρών)

Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική corpus corporă
γενική corporis corporum
δοτική corporī corporĭbus
αιτιατική corpus corporă
κλητική corpus corporă
αφαιρετική corpore corporĭbus
(γ' κλίση)

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]