gaudium
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- gaudium < gaudeo + -ium < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gau- (χαίρομαι)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈɡaʊ.di.um/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]gaudium (la) ουδέτερο
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | gaudium | gaudia |
| γενική | gaudiī & gaudi | gaudiōrum |
| δοτική | gaudiō | gaudiīs |
| αιτιατική | gaudium | gaudia |
| κλητική | gaudium | gaudia |
| αφαιρετική | gaudiō | gaudiīs |